Λόγος στο 5ετές μνημόσυνο του μακαριστού Μητροπολίτου Νικοπόλεως

ΛΟΓΟΣ ΣΤΟ ΠΕΝΤΑΕΤΕΣ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ ΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΜΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΚΑΙ ΠΡΕΒΕΖΗΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ 21-6-2017

(ὑπό π. Πολυκάρπου)

Στό Εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς ἡμέρας ἀκούσαμε τόν Κύριο νά λέγει στούς μαθητές Του: «Ἰδού Ἐγώ ἀποστέλλω ὑμᾶς ὡς πρόβατα ἐν μέσῳ λύκων· γίνεσθε οὖν φρόνιμοι ὡς οἱ ὄφεις καί ἀκέραιοι ὡς αἱ περιστεραί».
Ὡς ἀποστολή ἀπό τόν Κύριο τῆς Δόξης εἶδε τήν ἐδῶ διακονία Του καί ὁ π. Μελέτιος.
Ὡς ἀπεσταλμένο ἀπό τόν Κύριο, ὅπως καί κάθε ἐπίσκοπο, τόν εἶδε καί ἡ Τοπική Ἐκκλησία.
Εἶναι χαρακτηριστικό τό πῶς καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, ὁριοθετεῖ τήν θέση τῶν ἐπισκόπων στήν μεταβίβαση τῆς θείας χάριτος, λέγει: «Οὕτω καί διά τῆς τῶν ἀποστόλων χειροτονίας ἐπί τούς αὐτῶν διαδόχους, καί ἀπό τούτων ἐφ᾿ ἑτέροις πάλιν καί ἐφεξῆς, ἡ τοῦ Θείου Πνεύματος διαδιδομένη χάρις διά πάσης διήκει γενεᾶς καί φωτίζει πάντας τούς πειθομένους τοῖς πνευματικοῖς ποιμέσι καί διδασκάλοις. Ταύτην οὖν τήν χάριν καί τήν δωρεάν τοῦ Θεοῦ καί τόν διά τοῦ Εὐαγγελίου φωτισμόν τοῦ Θείου Πνεύματος, ἔρχεται κομίσων τῇ πόλει τῶν κατά καιρούς ἀρχιερέων ἕκαστος...» (Γρ. Παλαμᾶ ΚΔ § 10-11).
Σήμερα εἴμαστε συναγμένοι στήν Εὐχαριστία μέ ἀφορμή τήν κοίμηση τοῦ π. Μελετίου. Ἦταν 21 Ἰουνίου τοῦ 2012. Πέρασαν ἀπό τότε πέντε χρόνια.
Ἄφησε τό ἐπίγειο θυσιαστήριο στό ὁποῖο διακόνησε πενήντα ἕξι χρόνια καί μετετέθη στό ἐπουράνιο γιά νά συνεχίσει ἐκεῖ.
Ἀπό τήν στιγμή τῆς ἀφίξεώς του ἐδῶ, στόν Ἐνθρονιστήριο Λόγο του, στίς 28 Μαρτίου 1980 εἶπε:
«Καθώς ἀπέσταλκέ με ὁ Πατήρ, κἀγώ πέμπω ὑμᾶς».
«Ἀποστολή τοῦ Χριστοῦ ἦταν νά σώσει τόν κόσμο. Ὄχι νά τόν κρίνει. Νά τόν σώσει. Ἀποστολή τοῦ ἀπεσταλμένου τοῦ Χριστοῦ, τοῦ ἀρχιερέα, εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἀποστολή τοῦ Χριστοῦ».
Γιά τό ἀξίωμα τοῦ Ἐπισκόπου σέ συνέντευξή Του στόν  Ἀλέξανδρο Καρυότογλου (σήμερα π. Ἀλέξανδρο) εἶπε:
«Ὁ ἐπίσκοπος ἔχει ἀξίωμα ἀποστόλου. Στέκει, καί αὐτός στόν τόπο τοῦ Χριστοῦ. «Καθώς ἀπέσταλκέ με ὁ Πατήρ μου, κἀγώ πέμπω ὑμᾶς», εἶπε ὁ Χριστός. Νομοθέτησε. Ὅρισε. Χωρίς ἐπίσκοπο Ἐκκλησία οὐ καλεῖται, λέγει ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος, καί «οὐ καλεῖται» σημαίνει, δέν γίνεται!!...
Γιά νά ἐπιτύχει ὅμως ἡ ἀποστολή τοῦ ἀπεσταλμένου τοῦ Χριστοῦ χρειάζεται ξεσηκωμός. Ἔνδοξος ξεσηκωμός. Ξεσηκωμός Χριστοῦ.
Γι᾿ αὐτό καί ἐμεῖς οἱ φιλόχριστοι καί χριστώνυμοι συσπειρωμένοι καί ἑνωμένοι σέ μιά καρδιά, μία ψυχή, μία γνώμη, μία διάνοια, μία θέληση, μία ἐνέργεια ἄς ἀγωνισθοῦμε γιά τή δόξα τοῦ Θεοῦ καί τή σωτηρία τοῦ λαοῦ Του.
* Αὐτό εἶναι τό ἔργο μου. Αὐτό καί τίποτε ἄλλο.
* Γιατί εἶμαι δοῦλος τοῦ Χριστοῦ. Καί τίποτε ἄλλο.
* Εἶμαι Ἱερέας. Καί τίποτε ἄλλο».
Καί ἀπό τότε καί μετά, γιά τό λαό πού τοῦ ἐνεπιστεύθη ὁ Κύριος δέν ἔδωκε «ὕπνον τοῖς ὀφθαλμοῖς Του καί τοῖς βλεφάροις του νυσταγμό».
Ὁ Ἴδιος σέ συνένετευξή του σέ δημοσιογράφο τῆς Πρέβεζας εἶχε εἰπεῖ:
«Κανονικά δέν ἔπρεπε νά ἔχω καθόλου ἐλεύθερο χρόνο. Ἀλλά ὁ Θεός μοῦ ἔδωσε μιά πολυτέλεια, τήν ὁποία δέν δίνει συνήθως στόν κόσμο. Καί ἡ πολυτέλεια αὐτή εἶναι ὅτι μοῦ ἔδωσε ἐξαιρετικούς συνεργάτες.
»Ἔτσι, λοιπόν, ἔχω τήν εὐχέρεια νά ἀσχολοῦμαι καί μέ ἄλλα θέματα και νά ἔχω καί λίγη ἠρεμία, τήν ὁποία φυσικά, κατά τό δυνατόν, ἀφιερώνω σέ ἄλλου εἴδους πνευματικά ἔργα: προσευχή, ἐξομολόγηση, συμβουλές καί νουθεσίες πρός ὅλους τούς ἄνθρώπους, ἔξω καί πέρα ἀπό τά διοικητικά καθήκοντα. Τό χρόνο μου ἔτσι δέν τόν ἀφήνω ποτέ ἀνεκμετάλλευτο. Σηκώνομαι κάθε ἡμέρα στίς 6.00 π.μ. καί κοιμᾶμαι μετά τίς 12.00 τά μεσάνυκτα».
Ἔχοντας λιπαρή θεολογική κατάρτηση, ἀλλά καί τή θύραθεν, συνέχισε τό συγγραφικό Του ἔργο. Τό Θεολογικό. Τό πιό ἁπλουστευμένο, ὥστε νά γίνεται κατανοητό καί ἀπό ἐκείνους πού ἤξεραν λιγότερα γράμματα καί τό μεταφραστικό.
Σέ Ἐπιτάφιο λόγο του γιά τόν Μέγα Βασίλειο ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος λέγει: «Οἶμαι δέ πᾶσιν ἀνωμολογῆσθαι τόν νοῦν ἐχόντων, παίδευσιν τῶν παρ᾿ ἡμῖν ἀγαθῶν εἶναι τό πρῶτον».
Νομίζω, λέγει ὁ ἅγιος, ὅτι ὅλοι ὅσοι ἔχουν μυαλό ἔχουν ὁμολογήσει, ὅτι ἡ μόρφωση εἶναι τό πρῶτο ἀγαθό πού ἔχουμε.
Καί ὁ π. Μελέτιος δέν ἔκρυψε τό τάλαντο πού τοῦ ἐνεπιστεύθη ὁ Κύριος. Δέν τό παράχωσε. Ἐργάστηκε καί τό πολλαπλασίασε.
Μελέτιος σημαίνει μελέτη καί ἐκεῖνος πάντα μελετοῦσε καί πάντα ἔγραφε. Δέν τόν εὕρισκες σχεδόν ποτέ χωρίς βιβλίο στό χέρι.
Σέ ἕνα ἀπό τά Θεολογικά βιβλία του, τήν Ε΄ Οἰκουμενική Σύνοδο, πού βραβεύτηκε ἀπό τήν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν, ἀντί προλόγου, προσυπογράφει τόν πρόλογο τοῦ ὁσίου Βικεντίου τοῦ ἐκ Λειρίνης, πού γράφει:
«Ἀρχίζω τό ἔργο μου ἐν ὀνόματι τοῦ Κυρίου. Θά εἶμαι ἕνας πιστός ἀντιγραφεύς. Ὄχι ἕνας ὑπερήφανος συγγραφεύς. Θά γράψω αὐτά πού μᾶς παρέδωσαν οἱ Πατέρες. Τό ἰδικόν μου βιβλίο θέλω νά εἶναι ἕνα ἁπλοῦν σημειωματάριον, πού θά βοηθεῖ νά ἐπαναφέρεται εἰς τήν μνήμην τοῦ ἀναγνώστου ἡ Ἐκκλησιαστική Παράδοσις μέ τρόπο σαφῆ. Καί νά μή παραδοθῆ κάτι πού δέν παρελήφθη ἀπό τούς Πατέρας.
Ἄν τό βιβλίο μου περιέλθη εἰς χεῖρας ἁγίων ἀνδρῶν καί μέ τήν θεόσοφον κρίσιν τους εὕρουν μερικά σημεῖα ἐσφαλμένα, θά εἶμαι εὐγνώμων, ἄν μοῦ ὑποδειχθοῦν. Καί ὑπόσχομαι ὅτι θά τό διορθώσω».
Σ᾿ αὐτό τό βιβλίο, στήν εἰσαγωγή, ὅσον ἀφορᾶ τήν λογική τῆς πίστεως, λέγει: «Ἡ πίστις δέν ἀνεκαλύφθη, ἀλλ᾿ ἀπεκαλύφθη. Δέν εὑρέθη. Δέν εἶναι ἐπίτευγμα τῆς ἐρεύνης τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ πίστις, ὡς τονίζει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, «ἦλθε» καί «ἐδόθη» ἤ μᾶλλον ὅπως ἐπισημαίνει ὁ ἀπόστολος Ἰούδας, «παρεδόθη ἅπαξ τοῖς ἁγίοις». Ἀφοῦ ὅμως ἡ πίστις ἄπαξ παρεδόθη καί μάλιστα μόνον στούς ἁγίους, εἶναι εὐνόητον ὅτι: α) στήν πίστη δύναται νά φθάσει κανείς μόνο μέ τήν ὑπακοή στούς ἁγίους..., καί β) ὅτι «δεῖ ἐπαγωνίζεσθαι τῇ ἅπαξ παραδοθείσῃ τοῖς ἁγίοις πίστει», ὥστε νά μήν ἀλλοιωθῆ ἐξ αἰτίας τῆς τάχα ἀναλύσεώς της....
Γιά τήν Ἐκκλησία, ἀφοῦ ἀναφέρει ὅτι ὁ κόσμος δέν εἶναι ἀνθρωποκεντρικός ἀλλά ἐκκλησιοκεντρικός λέγει: «Πάντων πρώτη ἐκτίσθη· διά τοῦτο πρεσβυτέρα, καί διά ταύτην ὁ κόσμος κατηρτίσθη» ὅπως ἀποκαλύφθηκε σέ ὅραση στόν Ποιμένα τοῦ Ἑρμᾶ. «Ὁ κόσμος ἔχει δημιουργηθεῖ γιά τήν Ἐκκλησίαν· ὄχι ἡ Ἐκκλησία διά τόν κόσμον».
«Οἱ ἄνθρωποι μένουν στήν Ἐκκλησία καί σώζονται ὅταν μένουν μακρυά ἀπό τίς αἱρέσεις, τίς πύλες τοῦ ἅδου, μακρυά ἀπό κάθε στοχαστικό-δογματικό-ἑρμηνευτικό ἀκροβατισμό καί πειραμα-τισμό· ὅταν ὡς στόχον ἔχουν νά εἶναι ἀποστολικῶν παραδόσεων ἀκριβεῖς φύλακες».
Κάνοντας δέ τήν αὐτοκριτική του γιά τό ἔργο του ἔλεγε:
«Δέν εἶχα ποτέ, καμμιά ἡμέρα, ἥσυχη τήν συνείδησή μου ὅτι ἐπετέλεσα τό καθῆκον ὅσο ἔπρεπε. Κάνοντας ἀπολογισμό τῶν ἔργων μου γιά τόν Χριστό, βρίσκω ὅτι ποτέ δέν ἐξάντλησα γιά τό θέλημά Του, ὅλες μου τίς δυνάμεις. Τόν παρακαλῶ νά ἀναπληρώνει τίς ἐλλείψεις μου μέ τή χάρη του καί τό ἔλεός του. Οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι Πέτρος καί Παῦλος κάνοντας ἀπολογισμό τῶν ἔργων τους ἔλεγαν ὅτι αἰσθάνονται «δοῦλοι ἀχρεῖοι». Καί εἶχαν κάμει τόσα! Ἐγώ τί νά εἰπῶ; Αἰσθάνομαι ἐντροπή, ὅταν τούς ἐνθυμοῦμαι!
Ὅσοι γνωρίσαμε καί συναναστραφήκαμε τόν π. Μελέτιο, ἀλλά καί σεῖς ὅλοι πού τόν γνωρίσατε, ἀνεπιφύλακτα προσυπογράφομε, ὅσα γιά τόν Μέγα Βασίλειο ἀναφέρει ὁ ἅγιος Γρηγόριος.
«Ὅλα τά εἴδη τῆς ἀρετῆς κανείς δέν τά ἐπέτυχε πέρα ὡς πέρα, ἀπό ὅσους τουλάχιστον γνωρίζομε ἐμεῖς τώρα.
Καί ἄριστος εἶναι, κατά τή γνώμη μας, ὅποιος ἐπιτύχει τά περισσότερα, ἤ ἕνα στό μεγαλύτερο δυνατό βαθμό. Ἐκεῖνος ὅμως τά ἐπραγματοποίησε ὅλα σέ τέτοιο βαθμό, ὥστε νά ἀποτελεῖ κάποια ὑπερηφάνεια τῆς φύσεως.
Ποῖος ἐπαινεῖ τήν ἀκτημοσύνη καί τήν ἁπλῆ καί ἀπέρριτη ζωή; Τί εἶχε ἐκεῖνος ἐκτός ἀπό τό σῶμα του καί τά ἀπαραίτητα τῆς σαρκός καλύμματα;
Ἀξιοθαύμαστον πρᾶγμα εἶναι ἡ ἐγκράτεια καί ἡ ὀλιγάρκεια καί ἡ ἐλευθερία ἀπό τίς ἠδονές καί τό νά μή διευθύνει ἡ κοιλία, ἐξουσιάστρια ἀνελεύθερη.
Ὁ Ἴδιος δέν ἐθεωροῦσε τίποτε μέγα ἀπό ὅσα εἶναι κάτω ἀπό τό λαιμό, ἀλλά ζοῦσε μέ τά ἀπαραίτητα μόνο ὅσο ἦταν ἐπιτρεπτό καί ἡ μόνη τρυφή πού ἐγνώρισε ἦταν νά εἶναι φανερόν ὅτι δέν τρυφᾶ καί γιά τοῦτο δέν ἔχει ἀνάγκη ἀπό περισσότερα.
Μέγα πρᾶγμα ἡ παρθενία καί ἡ ἀγαμία, τό νά ταχθῆς μέ τήν παράταξη τῶν ἀγγέλων καί τή μοναχική ζωή.
Ποιός περισσότερο ἀπό ἐκεῖνον ἐτίμησε τήν παρθενία ἤ περιόρισε μέ νόμους τήν σάρκα, ὄχι μόνο μέ τό προσωπικό του παράδειγμα, ἀλλά καί μέ τά ἔργα τῆς σπουδῆς καί τοῦ ζήλου του;
Τίνος ἔργο ἦσαν τά μοναστήρια, οἱ παρθενῶνες καί οἱ γραπτές διατάξες μέ τά ὁποῖα σωφρόνιζε κάθε αἴσθηση καί ἐρρύθμισε τή λειτουργία κάθε μέλους καί ἔπειθε στήν ἀληθινή παρθενία, στρέφοντας τήν ὡραιότητα πρός τά μέσα, ἀπό τά ὁρατά στά ἀόρατα.
Ὁ π. Μελέτιος, ἦταν «πυξίον Θείου Πνεύματος», δηλ. θήκη τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Καί μέ τή ζωή του, τά λόγια Του, τά ἔργα Του, τά συγγράματά του, «κατεφώτισε τούς τῇ ἀγνωσίᾳ κινδυνεύοντας».
Αὐτά μᾶς ἄφησε παρακαταθήκη.
Ὑπόδειγμα δέδωκε ἡμῖν.
Τώρα, ἄς τόν παρακαλοῦμε, μαζί μέ τόν ψαλμωδό «αἴτησαι ἡμῖν πᾶσι τό μέγα ἔλεος». Ἀμήν.

www.impiprevezis.gr

Μια παραγωγή 2014® Ergobyte Πληροφορική Α.Ε.